Το “όχι” είναι η ασπίδα μας απέναντι στις εσφαλμένες επιλογές του τώρα.

 Δυστυχώς μεγαλώσαμε με τη νοοτροπία ότι όταν αρνούμαστε κάτι, φαινόμαστε αγενείς, στεναχωρούμε  τους ανθρώπους γύρω μας και δικαίως τους ωθούμε σε εξαγρίωση ή στην απόρριψή μας. Έτσι το «όχι»,  μπορεί να πυροδοτήσει τις ενοχές μας και εντέλει, γρήγορα να γίνει «ναι» από φόβο μήπως δεχτούμε  αρνητικές συνέπειες αποφασίζοντας το αντίθετο. Και κάπως έτσι επιλέγουμε να στεναχωρήσουμε τον ίδιο  μας τον εαυτό από το να δυσαρεστήσουμε κάποιον άλλο που ήλπιζε σε μία ακόμα καταφατική απάντησή  μας και να θέσουμε τα θέλω των υπολοίπων σε προτεραιότητα και τα δικά μας σε δεύτερη μοίρα.  

 Καταλαβαίνουμε λοιπόν, πως μια τόσο δα μικρή λεξούλα, μόλις τριών γραμμάτων και δύο συλλαβών,  μπορεί να καταστεί η κινητήριος δύναμή μας ή ακόμα και η αχίλλειος πτέρνα μας. Είναι αυτή που μας  οδηγεί στην αμφιβολία για το αν πρέπει να εκφραστούμε ελεύθερα, είναι αυτή που ορίζει τις επιλογές και  τις επιθυμίες μας και είναι αυτή η ίδια πάλι, που δύναται να προκαλέσει stress, άγχος, φόβο, τύψεις και  πίεση καθώς εσφαλμένα έχει αποκτήσει ως λέξη, αρνητική χροιά. Σε αυτό το σημείο λοιπόν, πρέπει να  καταστεί σαφές πως το «όχι», είναι μια απάντηση όπως όλες οι άλλες και δε χρειάζεται καμία απολύτως  αιτιολόγηση. Το μόνο που χρειάζεται είναι εφόσον αποτελεί πραγματικό θέλω, να τονιστεί με  αποφασιστικότητα και ξεκάθαρο τρόπο χωρίς να αφήνει περιθώρια διαπραγμάτευσης και τελικά μεταστροφής. Είναι και αυτό μια επιθυμία και δηλώνει το «δεν θέλω» μίας δεδομένης στιγμής.  

Το «όχι» σημαίνει όρια, επιθυμία, διεκδίκηση και επιλογή. Πάνω από όλα όμως σημαίνει αυτογνωσία και αγάπη για τον εαυτό μας.

 Λέμε «όχι» γιατί πολύ απλά κάτι δε μας αρέσει, δε μας ταιριάζει, δε μας  αντιπροσωπεύει, δεν το θέλουμε και προτιμάμε κάτι άλλο. Έχουμε καταλήξει στο ποιος/ποια είμαστε,  ξέρουμε τον εαυτό μας, έχουμε αναγνωρίσει τα όρια μας, γνωρίζουμε τι ακριβώς μας ταιριάζει και μας  ευχαριστεί και με αυτό και μόνο ως γνώμονα, δεχόμαστε ή απορρίπτουμε κάτι. Και αν επιλέξουμε εντέλει το  δεύτερο, εφόσον ισχύουν όλα τα παραπάνω, θα τα έχουμε πολύ καλά με τον εαυτό μας ξέροντας πως ούτε  αγενείς είμαστε και ούτε πρόθεση να δυσαρεστήσουμε κάποιον έχουμε αλλά το μόνο μας μέλημα είναι να  υπερασπιστούμε τις επιθυμίες μας. Και φυσικά έχοντας κάνει τις κατάλληλες επιλογές στη ζωή μας, έχει  ξεκαθαρίσει και ο κοινωνικός κύκλος μέσα στον οποίο κινούμαστε και σίγουρα δεν αποτελείται από άτομα  που θα παρεξηγηθούν, θα εξοργιστούν, θα θυμώσουν ή θα στεναχωρηθούν στο άκουσμα της δικής μας  αρνητικής απάντησης. Αλλά ακόμα και αν συμβεί αυτό, εμείς θα ξέρουμε πώς να το αντιμετωπίσουμε γιατί  ήδη γνωρίζουμε το καλύτερο για εμάς

Συνεπώς, εσφαλμένα το «ναι» έχει συνδεθεί με τα φρόνιμα και υπάκουα παιδιά και το «όχι» ως αναίτια αντίδραση. Για αυτό άλλωστε, επιβάλλεται να απενοχοποιηθεί ως επιλογή και να τονιστεί πως το «όχι» σημαίνει «όχι» και είναι και αυτή μια απάντηση, είτε αρέσει, είτε δεν αρέσει στους άλλους. Το σημαντικό  είναι να αρέσει σε εμάς και να ευνοεί την εσωτερική μας ισορροπία. Άλλωστε ο καθένας μπορεί να  ζητάει και να διεκδικεί για τον εαυτό του όσα επιθυμεί. Παίρνει πίσω όμως όσα του επιτρέπονται. Κάνουμε  και εμείς το ίδιο για εμάς, παραμερίζοντας το σύνδρομο του «καλού παιδιού», έχοντας αποποιηθεί τους ρόλους που σχετίζονται με «θύτες» και «θύματα» και ξεπερνώντας το φόβο της απόρριψης που βρίσκει τις  ρίζες του σε κάποια τραυματική απορριπτική συμπεριφορά στο παρελθόν την οποία δεν μπορέσαμε να  διαχειριστούμε και ζούμε με τον τρόμο της επανάληψης της. Καλώς ή κακώς οι εμπειρίες του «χτες»,  καθορίζουν τις επιλογές του «σήμερα». Το «όχι» είναι η ασπίδα μας απέναντι στις εσφαλμένες  επιλογές του τώρα.  

Παναγιώτα Μαρίνα Ν. Γεωργοπούλου 

BSc in Philology 

MSc in Clinical Psychology  

MSc in Advocacy Social Justice and Change 

Expertise in Mental Health 

Data Protection Officer